Τελευταία

    Μια φορά και ένα χωριό

    05-02-2020

     Μια φορά κι’ έναν καιρό, στο πολύ μακρινό παρόν, σε ένα μεγάλο χωριό  μιας μακρινής χώρας, οι άνθρωποι ζούσαν όπως και στην υπόλοιπη χώρα, με τα μικρά ή μεγάλα προβλήματα, όμως είχαν το κεφάλι ψηλά, ήταν περήφανοι και δεν ντρέπονταν να περπατούν στην πλατεία του χωριού τους.

    Τα πρόσωπά τους ήταν φωτεινά και όμορφα. Ήταν χαμογελαστοί και έλεγαν καλημέρα ο ένας στον άλλον όμως, όπως όλα τα ωραία παραμύθια δυστυχώς ή ευτυχώς,  πρέπει να υπάρχουν  δράκοι και μάγισσες.

    Έτσι λοιπόν μια μέρα, μαύρα σύννεφα έφερε ο ουρανός σε όλη τη χώρα, ο ήλιος κρύφτηκε.

    Κάποιοι προξενητάδες από το κεντρικό βασίλειο μαζί με τον Βασιλιά, αποφάσισαν ότι πρέπει να “παντρέψουν” τα μικρά και μεγάλα χωριά με το ζόρι. Έτσι και στο χωρίο μας, έγινε το προξενιό και ο γάμος, μια μέρα του χειμώνα.

    Τα πράγματα όμως στο μικρό χωρίο ήταν κάπως παράξενα, εκεί επικρατούσε ο νόμος της  σιωπής και του φόβου, γιατί μερικά λαμόγια είχαν φτιάξει μια συμμορία που λειτουργούσε με  όρους της νύχτας.

    Τοπικός άρχοντας στο μεγάλο πλέον αυτό κεφαλοχώρι, εκλέχθηκε ένας από το μικρό χωριό.

    «Τώρα είναι η μεγάλη ευκαιρία» σκέφτηκε το χαφιεδότσουρμο, που μεγάλωσε ακόμα πιο πολύ και με άλλα λαμόγια από το μεγάλο χωριό, (γιατί κι’ εκεί υπήρχαν λαμόγια απλά ήταν λιγότερα).

    Ήθελαν να επιβάλουν τα δικά τους ήθη και έθιμα, τους δικούς τους κώδικες και άγραφους νόμους. Με το πάντρεμα των δυο αυτών χωριών, ήρθε η μεγάλη ευκαιρία γι’ αυτούς. 

    Ο τοπικός άρχοντας του κεφαλοχωριού  αυτούς ήξερε…. Έ, και αφού αυτούς ήξερε, αυτούς εμπιστεύονταν. 

    Έτσι τα λαμόγια έκοβαν και έραβαν στο μεγάλο πλέον κεφαλοχώρι γιατί υπάρχουν, βλέπετε, παντού και πάντα άνθρωποι που πείθονται με τις μεγάλες κουβέντες, τα μεγάλα λόγια και τις φανφάρες που θέλουν να κυνηγούν μάγισσες και να κανιβαλίζουν.   

    Υπήρχαν όμως άνθρωποι απ’ το μεγάλο χωριό, που δεν πήγαν με τα λαμόγια, αντιστάθηκαν στο νόμο της σιωπής,  δεν συμβιβάστηκαν, γιατί θέλανε να περπατάνε με το κεφάλι ψηλά, χωρίς να ντρέπονται.

    Θέλανε να εργάζονται και να κοιτάνε στα μάτια τα παιδιά τους και τους συγχωριανούς τους, γιατί αγαπούσαν τον τόπο τους.

    Είχαν όνειρο να ζήσουν σε ένα χωριό και σε μια χώρα χωρίς εκμετάλλευση και νόμους της νύχτας γι΄αυτό και κατά το παρελθόν προσέφεραν την εργασία τους (ακόμη και χωρίς χρήματα κάποιες φορές), προς όφελος του χωριού, για να φτιαχτούν έργα, δρόμοι, πλατείες, παιδικές χαρές, γεφύρια  και υπηρεσίες  στο μεγάλο χωριό τους.

    Αυτή η αντίληψη που είχαν, δεν άρεσε στα λαμόγια του νέου πλέον κεφαλοχωριού.

    Έτσι ξεκίνησε ο πόλεμος από τα λαμόγια.

    Με μια οργανωμένη βιομηχανία από  καταγγελίες – μηνύσεις και πολλή  λάσπη, οι άνθρωποι του μεγάλου χωριού λοιδορήθηκαν, δυσφημίστηκαν, κρεμάστηκαν στα μανταλάκια.

    Όλη η χώρα άκουσε και βέβαια πίστεψε, όλα αυτά που γράφονταν και λέγονταν από ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, διαδίκτυο, εφημερίδες, περιοδικά κλπ.

    Φώναζαν τα λαμόγια:  “Να πάνε όλοι στην κρεμάλα, Να μη ζήσει κανένας”.

    Τα χρόνια περνούσαν οι τοπικοί άρχοντες άλλαζαν ο ένας μετά τον άλλον,  αλλά τα λαμόγια καλά κρατούσαν, γιατί και στους τοπικούς άρχοντες βόλευε αυτή η κατάσταση καμιά φορά. Φοβόταν να τα βάλουν μαζί τους, άσε που τα λαμόγια  είχαν  πλέον την υποστήριξη και του μεγάλου Βασιλιά  της χώρας, μαζί με το βασιλικό συμβούλιο, που με διάφορα “κόλπα βρόμικα όπως αυτά που κάνουν στις Ινδίες”  ξεγελούσαν – παραπληροφορούσαν το λαό, για να παραμένουν στην εξουσία, γιατί και αυτοί ήταν λαμόγια, οπότε κόρακας – κοράκου μάτι δεν βγάζει, έτσι γινότανε οι κολιγιές με την κεντρική εξουσία.

    Πέρασαν τα χρόνια, ήρθε όμως ο καιρός που ο ήλιος στο κεφαλοχώρι άρχισε να αχνοφαίνεται,  οι καταγγελίες, οι μηνύσεις ελέγχθηκαν και εξετάστηκαν από τους  ελεγκτικούς μηχανισμούς και την δικαιοσύνη.

    Ο ενδελεχής έλεγχος που κράτησε και ταλαιπώρησε χρόνια το κεφαλοχώρι, με άπειρες εργατοώρες χαμένες, με πολύ μεγάλο χρηματικό κόστος των πολιτών στα δικαστήρια, αυτών δηλαδή  που αντιστάθηκαν, τελείωσε.

    Έτσι, αποδείχτηκε περίτρανα ότι ούτε μάγισσες ούτε δράκους είχε το παραμύθι που πουλούσαν τα λαμόγια για να τρομοκρατούν τους πολίτες στο κεφαλοχώρι. 

    Με έναν τρόπο παραμυθένιο τα πράγματα άλλαξαν και επιτέλους βρέθηκαν τα λαμόγια  κατηγορούμενα, για την τρομοκρατία που επέβαλαν τόσα χρόνια, για τα ψέματα, την λάσπη που είχαν ρίξει και για την ταλαιπωρία τόσων ανθρώπων.

    «Και τώρα τι κάνουμε;» αναφώνησαν τα λαμόγια που ήταν στα ψηλά κλιμάκια της συμμορίας.

    -Δύο δρόμους έχουμε για να διαβούμε (σκέφτηκαν) και πρέπει να διαλέξουμε έναν.

    -Ο πρώτος είναι ο δρόμος που ξέρουμε, να ξαναζεστάνουμε το παραμύθι και να το πιάσουμε πάλι απ’ την αρχή με νέους δράκους και μάγισσες, είπαν.

    -Ο δεύτερος είναι  να ζητήσουμε συγνώμη, να βγάλουμε τη μάσκα,  να φανεί το πρόσωπο του “τέρατος” που κρύβουμε, να παραδεχτούμε ότι όλα αυτά τα κάναμε για προσωπικό μας όφελος …και μετά τι? Θα πρέπει να δουλεύουμε??? θα πρέπει να διαλύσουμε την συμμορία??? θα πρέπει να μην είμαστε λαμόγια??? πως θα ζήσουμε χωρίς αυτά???

    Το τι έγινε στο τέλος της ιστορία μας, νομίζω όλοι το ξέρουμε βαθιά μέσα μας γιατί αυτή η ιστορία είναι καμία φορά ο καθρέπτης της πραγματικής ζωής που ζούμε.

    Γιάννης Κηπουρός

    You must be logged in to post a comment Login