Socialize

Socialize

Socials

Reunion 165x265

Αντηχεί ο Γράμμος στα τραγούδια…

27-10-2015

Παραμονές 28ης Οκτωβρίου και μου ήταν αδύνατον το τελευταίο άρθρο πριν την μεγάλη επέτειο να είναι αυτό για τον γελοίο άνανδρο και την παρέα του, που η παλικαριά τους φτάνει μέχρι του σημείου να μαζευτούν πολλοί για να ξεκάνουν έναν. Καμαρώστε παλικαριά! Γελάνε μαζί τους μέχρι και αγγλογάλοι, που οι παλικαράδες της πλάκας θα τους έλεγαν «ντιντίδες»! Οι «ντιντίδες» όμως είχαν στην κουλτούρα τους τη μονομαχία κι όχι το καρτέρι! Έδιναν μάλιστα στον προκαλούμενο τη δυνατότητα να διαλέξει το όπλο της μονομαχίας! Δεν τον περίμεναν εκατό μέσα στη νύχτα για να έχουν σίγουρη την επιτυχία!

Τέλος πάντων! Παραμονή 28ης Οκτωβρίου και δεν μπορούσα να μείνω ο ίδιος, αλλά ούτε και ν’ αφήσω όσους παρακολουθούν τη στήλη, με την πικρία αυτού του καθυστερημένου, που γυρίζει ολοταχώς το ανθρώπινο γένος στην εποχή του αυστραλοπιθήκου! Θυμήθηκα λοιπόν, με αφορμή τις κραυγές του κανίβαλου για τα «ξαναθαψίματα» μια ιστορία που αφορά εκείνα τα μαύρα χρόνια που οι πρόγονοί του, συνεργάτες των Γερμανών, έθαβαν αβέρτα αγωνιστές!

Αρκετά χρόνια μετά τον πόλεμο, μία νέα κοπέλα τότε, η Λευτεριά, παντρεύτηκε στο μεγάλο χωριό κι έφυγε από το μικρό χωριό της! Κάθε Τετάρτη στο μεγάλο χωριό γινόταν λαϊκή αγορά και η νιόπαντρη κοπέλα δεν θα μπορούσε, όπως κι όλες οι γυναίκες του μεγάλου χωριού, να μην την επισκέπτεται για να εφοδιάσει το νοικοκυριό της με τα απαραίτητα! Εκεί στην λαϊκή αγορά, από την πρώτη στιγμή, μία γυναίκα μεγαλύτερη στην ηλικία, δεν έλεγε να αφήσει την Λευτεριά από τα μάτια της! Αφού αυτή η ιστορία άρχισε να χρονίζει η Λευτεριά ρώτησε κι έμαθε γι’ αυτήν τη γυναίκα, αλλά τίποτα κοινό δεν υπήρχε στο παρελθόν τους, ώστε να δίνει στην ξένη γυναίκα το δικαίωμα να την κοιτάει με τόσο έντονο τρόπο! Τα χρόνια πέρασαν, η Λευτεριά έγινε γυναίκα και η γυναίκα έγινε «θεία», αλλά το βλέμμα της «θείας» συνέχιζε να «καρφώνει» την Λευτεριά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όπως στην πρώτη εκείνη λαϊκή αγορά που πριν πάρα πολλά χρόνια συναντήθηκαν για πρώτη φορά!

Η Λευτεριά δεν τόλμησε ποτέ να ζητήσει το λόγο από εκείνην που τόσο έντονα την παρακολουθούσε κάθε Τετάρτη με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, σαν να φοβόταν ότι κατά βάθος υπάρχει κάτι που τις συνδέει και σίγουρα δεν θα ήταν ευχάριστο! Μια Τετάρτη μετά από πολλές δεκάδες Τετάρτες που πέρασαν στη λαϊκή αγορά του μεγάλου χωριού, οι δύο γυναίκες ξανασυναντήθηκαν, όπως κάθε εβδομάδα, αλλά για πρώτη φορά αυτή που κάποτε σαν νύφη έφτασε στο μεγάλο χωριό, η Λευτεριά, παρατήρησε ότι εκείνη η γυναίκα που τόσα χρόνια την είχε «φάει» με το βλέμμα της, δεν σήκωνε τα μάτια της από το έδαφος! Όταν πέρασαν η μία δίπλα στην άλλη η ξένη γυναίκα της έφραξε το δρόμο! Η Λευτεριά προσπάθησε να περάσει δίπλα της, αλλά εκείνη μετακινήθηκε και της έκλεισε πάλι το δρόμο! «Θέλω να σου πω» είπε στην Λευτεριά, σήκωσε τα μάτια της που ήταν γεμάτα δάκρυα! «Τι να μου πεις», ρώτησε η Λευτεριά! «Ήμουν μπροστά όταν πήραν τον πατέρα σου μαζί με τους άλλους και τους πήγαιναν! Παίζαμε στην αυλή του σχολείου! Ήμασταν παιδιά! Δεν θα ξεχάσω ποτέ! Ακόμα και σήμερα με στοιχειώνει, ηχεί στ’ αυτιά μου, στον ύπνο μου και στον ξύπνιο μου»! Η Λευτεριά πλέον καταλάβαινε! Ήταν βρέφος όταν έστησαν στον τοίχο του μεγάλου χωριού τον πατέρα της! «Τι δεν θα ξεχάσεις , τι είναι αυτό που ηχεί στ’ αυτιά σου», ρώτησε πνίγοντας τον κόμπο που ανέβαινε στο λαιμό της! «Το τραγούδι του πατέρα σου. Πήγαινε τραγουδώντας λες και πήγαινε σε χαρά»!

Την Λευτεριά και τον πατέρα της, που πήγαινε τραγουδώντας, ο ταγματασφαλίτης δεν μπορεί να τους θάψει, σ’ όσους Γράμμους κι αν εφήμερα, αλλάζοντας στολή, νικήσει! Γιατί το τραγούδι του πατέρα της Λευτεριάς, ακόμα και μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, θα στέλνει μήνυμα τιμής κι αγώνα στις γενιές που μέλλεται να ξεριζώσουν την εκμετάλλευση από τον κόσμο τούτο, μαζί και τον ταγματασφαλίτη τοπάρχη του θηρίου! Το τραγούδι του θα αντηχεί ως σάλπισμα λυτρωμού στ’ αυτιά των καταπιεσμένων, κάνοντας τον λακέ του εκμεταλλευτή να τρέμει στάζοντας χολή! Μα λίγα είναι τα ψωμιά του υποτακτικού και των γερμανοφορεμένων του! Ο Γράμμος θ’ αντηχήσει ξανά, αλλά όχι απ’ τις άναρθρες κραυγές του ταγματασφαλίτη, αλλά από το τραγούδι του πατέρα της Λευτεριάς!

Νάβις

You must be logged in to post a comment Login