Socialize

Socialize

Socials

Reunion 165x265

Να φοβάσαι

09-11-2014

syllalhthrio-syntagma

Στους χιλιάδες Ανθρώπους που βούλιαξαν τους δρόμους και τις πλατείες της Μεγάλης Πολιτείας και που οι βαστάζοι της εξουσίας αποφάσισαν να τους θάψουν ζωντανούς, όπως κάποτε άλλοι βαστάζοι άλλους Ανθρώπους στο ΑΕΤΟ έθαψαν!

 

Να φοβάσαι γιε μου,

να φοβάσαι και να θυμάσαι

ότι η μάνα του δειλού

δεν έκλαψε ποτέ της!

 

Να φοβάσαι γιε μου,

να φοβάσαι και να θυμάσαι

ότι κάλλιο να πεθάνεις φοβισμένος και γέρος

παρά ατρόμητος και νέος!

 

Να φοβάσαι και να θυμάσαι

ότι όσοι αψήφησαν τον φόβο

έφαγαν το κεφάλι τους νωρίς

κι έκαναν τις μανούλες τους να κλάψουν.

 

Να φοβάσαι γιε μου

να αισθάνεσαι άνθρωπος

γιατί αυτό το πλάσμα που έτσι τ’ ονομάζουνε

θέλει όλη την ώρα απ’ το πετσί του να βγει.

 

Να φοβάσαι γιε μου

που κάποτε αυτό το πλάσμα

στα δυο του ποδάρια σηκώθηκε

και μπόρεσε να κοιτάξει τον ήλιο!

 

Να φοβάσαι γιε μου

όταν ακούς για ηρωισμούς και μάχητες

γιατί τους ήρωες το μαύρο χώμα

γρήγορα τους σκεπάζει.

 

Να φοβάσαι να περπατήσεις

με το κεφάλι ψηλά

γιατί αυτό το ύψος

αρέσει στη λαιμητόμο.

 

Να φοβάσαι το άλμα

όχι για να μην σπάσεις κανένα κόκαλο

αλλά για να μην μάθεις ότι αυτό

σε διδάσκει να πετάς!

 

Να φοβάσαι να μιλήσεις

γιατί η ομιλία γεννά «θέλω» και οργή

γεννά προσδοκίες και ορμή

κι ο θεός δεν αγαπάει τέτοιες συμπεριφορές.

 

Να φοβάσαι να χαμογελάσεις

γιατί είναι αμαρτία

που ούτε ο θεός

μα ούτε κι ο αφέντης δεν εγκρίνει.

 

Να φοβάσαι να χαρείς

γιατί η πίκρα της επόμενης στιγμής

βουνό θα σου φανεί

σαν έρθει!

 

Να φοβάσαι να διαβάσεις, να σκεφτείς, να προβληματιστείς

γιατί όλα όσα γίνονται είναι θέλημα θεού

κι αυτά θα σε βάλλουν στον πειρασμό να αμφισβητήσεις

την τάξη του θεού και του αφεντικού!

 

Να φοβάσαι τον χωροφύλακα

γιατί έχεις χρέη

και γρήγορα θα σε μαζέψει για τη Γυούρα

όπως κάποτε τον γείτονά μας τον Κόλια.

 

Να υπογράψεις ότι χαρτί

πετάξουνε μπροστά σου

για να μην αφήσεις τα κόκκαλα σου

σε κάποιο ξερονήσι.

 

Να φοβάσαι τον στρατονόμο και τον στρατοδίκη

γιατί κατά πως φαίνεται

γρήγορα θα ξανάχουν

αυτοί την εξουσία!

 

Να φοβάσαι τα συνεργεία

του νερού και του ηλεκτρικού

γιατί έρχονται να σου κόψουν

αυτά που νόμιζες δικά σου.

 

Να φοβάσαι τον δικαστή

που τις αποφάσεις του

υπογράφει στο όνομα του λαού

για να κρύψει το όνομα του αφεντικού!

 

Να φοβάσαι τον δικαστικό κλητήρα

που προσπαθεί να δει πίσω απ’ την πόρτα σου

τι θα κατασχέσει την άλλη μέρα που θα έρθει

μαζί με τον δικαστή να σε ληστέψουν στο όνομα του λαού.

 

Να φοβάσαι αυτόν που κρατά την εξουσία στα χέρια του

γιατί αύριο θα στείλει να σου πάρουν το σπίτι

κι ας είναι αυτού του αδηφάγου η κρίση γέννημα,

που αίμα δεν σου άφησε μ’ αυτό να τον πληρώσεις.

 

Να φοβάσαι τον ίσκιο σου

γιατί κι αυτός έχει φωνή

και καμιά φορά σου ψιθυρίζει

να βγεις απ’ το πετσί σου.

 

Να φοβάσαι τον δάσκαλο

που αψηφά τον διευθυντή

που αψηφά την απόλυση και τον θάνατο

και στέκεται στις επάλξεις κοιτώντας στα μάτια τον θεό.

 

Να φοβάσαι αυτόν που αγωνίζεται,

που περήφανα στο θάνατο περπατά

γυρεύοντας την κοινωνία ν’ αλλάξει

γιατί κόντρα στο θέλημα του θεού και του αφεντικού πηγαίνει.

 

Να φοβάσαι τον πουλημένο στο αφεντικό γείτονά μας

που παριστάνοντας τον αγωνιστή

πλούτισε από τον συνδικαλισμό

γιατί μπορεί να σου βρει δυο ώρες τη βδομάδα να δουλεύεις!

 

Να φοβάσαι αυτούς που σηκώνουν την σημαία και περπατούν

με το κορμί ωραίο και στητό

γιατί γρήγορα την νιότη τους και το κορμί τους

θα θελήσει κοντά του να τα πάρει ο θεός.

 

Να φοβάσαι

να φοβάσαι

να φοβάσαι

γιε μου!

 

Κι έτσι έμαθα να φοβάμαι τους πάντες

για να ζήσω όσο μπορώ περισσότερο

για να ζήσουν τα παιδάκια μου

για να μην κλάψει η μανούλα μου!

 

Φοβάμαι που γεννήθηκα άνθρωπος,

φοβάμαι μην πάθουν τίποτα τα παιδιά μου,

φοβάμαι μην πάθει τίποτα η μάνα μου,

φοβάμαι μην πάθουν τίποτα τα αδέρφια μου.

 

Φοβάμαι μην μου κόψουν το ρεύμα,

φοβάμαι μην μου κόψουν το νερό,

φοβάμαι μην μου κατασχέσει το σπίτι η τράπεζα,

φοβάμαι μην με κλείσει στη φυλακή η εφορία.

 

Φοβάμαι την ταλαιπωρία,

φοβάμαι τα βασανιστήρια,

φοβάμαι την φυλακή,

φοβάμαι τον θάνατο.

 

Μα ταλαιπωρούμαι κάθε μέρα

μα βασανίζομαι κάθε μέρα,

μα θα είμαι φυλακισμένος στον αιώνα τον άπαντα,

μα έχω πεθάνει και δεν το ξέρω!

 

Μεγάλο πράγμα όμως η ψευδαίσθηση

να αισθάνεσαι ζωντανός μέσα στον τάφο

και να ζεις με την αυταπάτη πως κάποτε κάποιος περαστικός

θα περάσει εσένα τον ψωριάρη, από καλή καρδιά, να σε σηκώσει!

 

Σταμάτησα να οδηγάω μήπως με πιάσουν σε κανένα μπλόκο

και με αρπάξουν για τα χρέη μου οι μπασκίνες.

Όταν εισβάλουν οι χωροφυλάκοι στο λεωφορείο

τρέχω αντάμα με τους λαθρομετανάστες να ξεφύγω!

 

Φοβόμουν να μιλήσω

φοβόμουν να γελάσω

φοβόμουν να διαμαρτυρηθώ

φοβόμουν να κατέβω απ’ το κρεβάτι μου!

 

Φοβόμουν για την κατάντια μου

σαν να γέννησα εγώ τη φτώχεια

φοβόμουν για το άδειο στομάχι μου

σαν να γέννησα εγώ την πείνα.

 

Έκλαιγαν τα παιδιά από την πείνα

κι ήθελα να τα πνίξω

για να μην δώσουν σημάδι

κι έρθει ο χωροφύλακας.

 

Φοβόμουν όπως μ’ έμαθε το σχολειό,

φοβόμουν όπως μ’ έμαθε η μάνα μου

μα ο φόβος δεν με γλίτωσε

από τον φόβο!

 

Μ’ έμαθα να φοβάμαι για να ζήσω

μα ανακάλυψα πως από των νεκρών

καμία διαφορά δεν είχε η ζωή μου

παρά στο ότι φοβόμουν κι από πάνω.

 

Μου έμαθαν να φοβάμαι τον Θούριο

μα τώρα σαν η τρέλα όλο και πιο συχνά με συνεπαίρνει

προτιμώ να πεθάνω στα δύο πόδια

παρά τρελός κι εξαθλιωμένος στα τέσσερα!

 

Φοβόμουν μα όλα αυτά μέχρι χθες!

φοβόμουν να περπατήσω,

φοβόμουν να γελάσω,

φοβόμουν να μιλήσω.

 

Μα όλα αυτά μέχρι χθες

που περπάτησα εκεί που δεν είχα ξαναπερπατήσει,

που ακούμπησα εκεί που δεν είχα ξανακουμπήσει,

που έκανα το άλμα που μου έλεγαν πως θα είναι στο κενό!

 

Εκεί, πιασμένος κι εγώ στις γραμμές της Αλληλεγγύης

εκεί, πιασμένος κι εγώ στις γραμμές της Ανθρωπιάς

εκεί, πιασμένος για πρώτη φορά στα μπράτσα Ανθρώπων

περπάτησα κι ένιωθα τα πόδια μου να πετούν αντί να σέρνονται.

 

Εκεί, καθώς έμπαινα μαζί με Αυτούς, που για πρώτη φορά συνάντησα,

στην Μεγάλη Πόλη, που ένδοξες έζησε στο παρελθόν στιγμές,

μπορούσα αντί να περπατήσω με τ’ Αδέρφια το δρόμο της αλλαγής

να σταθώ στην μάντρα της Καισαριανής και να μην φοβάμαι.

 

Εκεί, καθώς ταξιδεύαμε νύχτα να πατήσουμε την Πολιτεία

έλεγαν για τα καράβια που προσμένουν κρυφά πίσω απ’ τα βράχια

για τους σκλάβους που ανυπομονούν να σπάσουν τις αλυσίδες τους

για την Πολιτεία που θα χτίσουμε ξανά, τίποτα να μη θυμίζει το φόβο!

 

Εκεί, στην πλατεία που οι πρόγονοι την 3η του Σεπτέμβρη

τον μονάρχη Σύνταγμα να παραχωρήσει αναγκάσανε

εκεί, για πρώτη φορά ανάμεσα στις γραμμές της προόδου

ο φόβος μου τσακίστηκε από τα μέσα μου.

 

Εκεί, ανάμεσα στις χιλιάδες των Ανθρώπων

για πρώτη φορά δεν φοβήθηκα.

Εκεί ανάμεσα στις χιλιάδες των Προδρόμων της Αλλαγής

για πρώτη φορά έβγαλα φωνή και φώναξα.

 

Φώναξα δυνατά για να μ’ ακούσεις μάνα,

φώναξα δυνατά για να μ’ ακούσουν μάνα

αυτοί που χρόνια την ψυχή μας ματώνουνε,

φώναξα δυνατά για να μ’ ακούσω εγώ!

 

Εκεί, στους δρόμους που βούλιαξαν

από τον βηματισμό και τις φωνές

Αυτών που την ιστορία μπροστά τραβούν

προσφέροντας το αίμα τους θυσία, ξαναγεννήθηκα.

 

Εκεί στους δρόμους που σείονταν από τα βήματά μου

που πρώτη φορά στη ζωή μου άκουγα

βροντοφώναξα πως χωρίς εμένα γρανάζι δεν γυρνά

βροντοφώναξα πως μπορώ να ζήσω χωρίς αφεντικά!

 

Εκεί σφίγγοντας γερά τα μπράτσα μου στα μπράτσα των Συντρόφων μου

φώναξα δυνατά ότι δεν μπορώ άλλο να ζω σαν σκουλήκι,

πως θέλω να ζήσω επιτέλους σαν άνθρωπος

και πως είμαι έτοιμος, αν χρειαστεί, να πεθάνω γι’ αυτό.

Σ.Ι.Μ.

You must be logged in to post a comment Login