Socialize

Socialize

Socials

Reunion 165x265

Ανταγωνισμοί και συμβιβασμοί στο φόντο της ύφεσης στην Ευρωζώνη

27-10-2014

merkel-oland

Πρόσφατα οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Γερμανίας συζήτησαν στο Βερολίνο για τις μεταξύ τους διαφορές στο ζήτημα της εφαρμογής των δημοσιονομικών κανόνων με βάση το Σύμφωνο Σταθερότητας. Στην ουσία του δε διαφωνούν. Δεν έχει προκύψει δηλαδή πρόβλημα από τη γαλλική κυβέρνηση να αλλάξει ο δείκτης του 3% στο έλλειμμα. Εκτιμά, όμως, ότι αν καταρτίσει προϋπολογισμό έτσι που να διατηρεί το έλλειμμά της κάτω από 3%, όπως επιμένει η Γερμανία και βεβαίως η Κομισιόν, δε θα εξασφαλίσει κρατικά κεφάλαια για επενδύσεις, την ώρα που η οικονομία της είναι σε ύφεση. Και δεν έχει μόνο αυτό το πρόβλημα. Ηδη μεγάλα τμήματα του κεφαλαίου, εκτός από την απαίτησή τους για αναδιαρθρώσεις που μειώνουν την τιμή της εργατικής δύναμης και φοροελαφρύνσεις, απαιτούν και κρατικό χρήμα για επενδύσεις. Ετσι, η γαλλική κυβέρνηση εκτιμά ότι το δείκτη του 3% για το έλλειμμα θα τον πιάσει το 2017.

Ετσι, για την επιμονή της Γερμανίας να μην εγκριθεί ο προϋπολογισμός της Γαλλίας έγιναν δεύτερες σκέψεις. Που δεν πρέπει να είναι άσχετες με την επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης της Γερμανίας, την εκτίμηση ότι μπορεί να οδηγηθεί σε ύφεση η οικονομία της, που σε συνδυασμό με τις άλλες οικονομίες της Ευρωζώνης κάνουν όλους τους διεθνείς καπιταλιστικούς οργανισμούς να εκτιμούν στασιμότητα και ύφεση στην Ευρωζώνη, χαρακτηρίζοντάς την το «μεγάλο ασθενή». Ταυτόχρονα, φαίνεται ότι η πτώση των τιμών όλων των χρηματιστηρίων την περασμένη βδομάδα σε όλη την ΕΕ επέδρασε σ’ αυτές τις δεύτερες σκέψεις.

Συμβιβασμός αλλά υπέρ των κατόχων του πλούτου

Και, ως συνήθως, έτσι στην πορεία αναζητούνται σημεία συμβιβασμού. Ετσι οι υπουργοί Οικονομικών και Οικονομίας των Γερμανίας και Γαλλίας συναντήθηκαν στο Βερολίνο και κατέληξαν ότι θα παρουσιάσουν, από τη μια πλευρά, «πολύ συγκεκριμένα» επενδυτικά σχέδια αρχές Δεκεμβρίου για την Ευρωζώνη αλλά και ότι η γαλλική κυβέρνηση θα κάνει προσπάθεια να μειώσει το δημοσιονομικό έλλειμμά της. Μάλιστα, το περιοδικό «Der Spiegel» έγραψε την περασμένη Κυριακή ότι Γαλλία – Γερμανία συζητούν για μία συμφωνία που θα επιτρέψει στην Κομισιόν να εγκρίνει τον προϋπολογισμό της Γαλλίας ακόμη και εάν υπερβαίνει προηγούμενες δεσμεύσεις της κυβέρνησης Ολάντ.

«Ο υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, Μισέλ Σαπέν, μαζί με τον υπουργό Οικονομίας, Μανουέλ Μακρόν, συναντήθηκαν με τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, και τον υπουργό Οικονομίας, Σίγκμαρ Γκάμπριελ, και αποφάσισαν από κοινού την ενίσχυση των επενδύσεων, μια αποστολή που έχει χρεωθεί εδώ και καιρό το Βερολίνο, και την επιτάχυνση των οικονομικών μεταρρυθμίσεων μαζί με τη μείωση του ελλείμματος, υποσχέσεις που το Παρίσι έχει αθετήσει τα τελευταία χρόνια. Ετσι, φαίνεται να βρίσκεται μια ισορροπία ανάμεσα στους ισχυρούς του πυρήνα της Ευρωζώνης, δίνοντας κάποια διέξοδο στη διαμάχη Παρισιού – Βερολίνου, που πυροδοτήθηκε όταν η γαλλική κυβέρνηση ξεκαθάρισε, αρχές Οκτωβρίου, πως δε θα καταφέρει να δαμάσει το δημοσιονομικό έλλειμμα στο 3% του ΑΕΠ πριν από το 2017, αντί για το 2015 που είχε αρχικά δεσμευτεί στην Κομισιόν» («Καθημερινή», 21/10/2014).

Να υπενθυμίσουμε ότι η γαλλική κυβέρνηση, μέσω του Γάλλου υπουργού Οικονομικών, είχε κάνει πρόταση στη γερμανική κυβέρνηση να κάνει η Γερμανία επενδύσεις 50 δισ. ευρώ την επόμενη τριετία, όσο δηλαδή είναι οι περικοπές που έχει υποσχεθεί η Γαλλία για να μειώσει το έλλειμμα στο 3% του ΑΕΠ έως το 2017. «Περικοπές 50 δισ. ευρώ από εμάς και πρόσθετες επενδύσεις 50 δισ. ευρώ από εσάς θα ήταν μια καλή ισορροπία», είχε δηλώσει ο Γάλλος υπουργός Οικονομίας στην εφημερίδα «Frankfurter Allgemeine Zeitung».

Μετά απ’ όλ’ αυτά, το περιοδικό «Der Spiegel» έγραψε ότι η γερμανική κυβέρνηση δεν επιθυμεί μια σύγκρουση με τους υπόλοιπους ισχυρούς της Ευρωζώνης. Ταυτόχρονα, η Γερμανία ζητά από τη Γαλλία ένα λεπτομερές χρονοδιάγραμμα για τη μείωση του ελλείμματος και την ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων.

Οι φόβοι των διεθνών ανταγωνισμών

Το πόσο αληθινό είναι αυτό που έγραψε το «Der Spiegel» φαίνεται και από τα εξής.

Προχτές έπεφτε επιστολή Μπαρόζο προς τον Ιταλό πρωθυπουργό στα χέρια του Κατάινεν, που αφορούσε τον προϋπολογισμό της Ιταλίας. Στην επιστολή του ο Μπαρόζο ανέφερε σε αυστηρό τόνο την ανάγκη να προσαρμοστεί στο Σύμφωνο Σταθερότητας, διαφορετικά δε θα εγκρίνονταν από την Κομισιόν. Και αυτό γιατί η ιταλική κυβέρνηση έθετε ζήτημα, όπως και η γαλλική, ειδικών συνθηκών στην οικονομία της Ιταλίας, όπως η ύφεση, το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και η αναγκαιότητα επενδύσεων με συμβολή του κράτους, ζητώντας παράταση ως το 2017 για να πιάσει τους δείκτες του Συμφώνου Σταθερότητας. Βεβαίως, η επιστολή προς τον Ρέντσι διορθώθηκε από τη Μέρκελ και τον Γιούνκερ και έτσι απέφυγαν τις σκληρές κόντρες. Την ίδια ώρα, ο Γάλλος Πρόεδρος, Φρανσουά Ολάντ, δήλωνε ότι ο προϋπολογισμός «θα σέβεται τους κανόνες με το μέγιστο της ευελιξίας αλλά και για το στόχο της ανάπτυξης» και αφορούσε το περιεχόμενο επιστολής που έστειλε στην Κομισιόν ζητώντας διευκρινίσεις για τον προϋπολογισμό. Η «πίστωση χρόνου» που ζητά η γαλλική κυβέρνηση για την προσαρμογή του δημόσιου ελλείμματος στο 3% σχετίζεται με την αναζήτηση μείγματος διαχείρισης της κρίσης προς όφελος των γαλλικών επιχειρηματικών ομίλων.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι πάνε για συμβιβασμό για το μείγμα και για έγκριση των προϋπολογισμών Γαλλίας και Ιταλίας στην Κομισιόν. Ο συμβιβασμός φαίνεται ότι, εκτός των άλλων που έχουν προαναφερθεί, έπαιρνε υπόψιν όχι μόνο τους ευρωενωσιακούς ανταγωνισμούς αλλά και τους διεθνείς και κυρίως τα υπέρ και τα κατά αυτής ή της άλλης επιλογής, αφού, για παράδειγμα, η γαλλική οικονομία είναι δεύτερη σε μέγεθος στην Ευρωζώνη, μια από τις μεγαλύτερες στον κόσμο και με καλές σχέσεις με ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα κλπ. Αν σκεφτεί κανείς ότι ΗΠΑ – Γερμανία βρίσκονται σε αντιπαράθεση, καταλαβαίνει ότι ένα σπάσιμο του γαλλογερμανικού άξονα γίνεται επικίνδυνο και για τη Γερμανία. Αλλά και η ζημιά στην οικονομία της ΕΕ και ιδιαίτερα της Ευρωζώνης, που βρίσκεται σε στασιμότητα ίσως και σε πορεία εκδήλωσης νέας οικονομικής κρίσης, θα ήταν τεράστια.

Ηδη οι συγκρούσεις με αφορμή τον προϋπολογισμό της ΕΕ στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής ήταν σφοδρές.

Την ίδια ώρα, η τριμερής των κοινωνικών εταίρων, που έγινε την πρώτη μέρα της Συνόδου Κορυφής και στο πλαίσιό της, ζήτησε κεφάλαια για επενδύσεις αλλά και αναδιαρθρώσεις, όπως είπε ο Χ. Β. Ρομπάι, ενώ φαίνεται έχουν στην ουσία εγκριθεί οι σχεδιασμοί Γιούνκερ για 300 δισ. ευρώ επενδύσεις.

Από τη μια οι επιχειρηματικοί όμιλοι, από την άλλη ο λαός

Ολο το προηγούμενο χρονικό διάστημα, με αφορμή τα διαφορετικά μείγματα διαχείρισης της κρίσης, η προπαγάνδα των κατόχων του πλούτου παρουσίαζε τη Γερμανία, από τη μια και τις Γαλλία – Ιταλία, από την άλλη, να έχουν αγεφύρωτες, σχεδόν εχθρικές διαφορές. Φυσικά κάθε κράτος, παρά το ότι όλα πίνουν νερό στο όνομα της ΕΕ και της Ευρωζώνης, υπερασπίζεται και ενισχύει πρώτ’ απ’ όλα τα συμφέροντα των δικών του επιχειρηματικών ομίλων. Ακόμη και οι συμμαχίες τους εντός ΕΕ αυτό υπηρετούν, κόντρα στους άλλους ανταγωνιστές τους. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις στο μείγμα μπορεί να έχουν σχέση με το διαφορετικό σημείο του κύκλου της κρίσης αλλά, πρωταρχικά, οι κυβερνήσεις ενδιαφέρονται να ισχυροποιούνται οι επιχειρηματικοί όμιλοι των κρατών τους και να αδυνατίζουν, να χάνουν, οι επιχειρηματικοί όμιλοι των αντιπάλων τους στον ενδοευρωενωσιακό και διεθνή ανταγωνισμό. Και γι’ αυτόν τον τελευταίο δημιουργούνται και συμμαχίες εντός της ΕΕ και συμβιβασμοί, όπως αυτός των Γερμανίας – Γαλλίας.

Ο συμβιβασμός δείχνει ότι και το μείγμα πολιτικής διαχείρισης της κρίσης της Γερμανίας και αυτό της Γαλλίας ή της Ιταλίας υπηρετεί τις ανάγκες των πλουσίων και όχι των λαών. Για παράδειγμα, η κριτική ότι η πολιτική της Γερμανίας οδηγεί στην ύφεση και της Γαλλίας ή της Ιταλίας στην ανάπτυξη (η Γερμανία βεβαίως με την πολιτική της είχε ανάπτυξη) κρύβει ότι και οι δύο πολιτικές είναι αντιλαϊκές. Για παράδειγμα, και η Γαλλία και η Ιταλία κάνουν δραστικές περικοπές στους κρατικούς τους προϋπολογισμούς που χτυπούν δαπάνες για κάλυψη λαϊκών αναγκών (π.χ., Πρόνοια, Υγεία, ασφάλιση) και αναδιαρθρώσεις που οδηγούν στην ανεργία (μαζικές απολύσεις) ή στη μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης.

Ο συμβιβασμός δείχνει, επίσης, ότι τα δύο μείγματα δε χωρίζονται με σινικά τείχη, αφού και τα δύο υπηρετούν το οικονομικοπολιτικό σύστημα που κάνει τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους και κάλλιστα μπορεί να συγχωνευτούν.

You must be logged in to post a comment Login