Socialize

Socialize

Pages

asd

Socials

Reunion 165x265

Η ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ

pleisthriasmoi-na-kopsoyme-to-xeri-2

Η πόρτα βρόντηξε τα μεσάνυχτα.

-Εν ονόματι του νόμου, ακούστηκε βαριά η φωνή του χωροφύλακα. Εν ονόματι του νόμου ανοίξτε την πόρτα. Ο κύριος εισαγγελέας μας συνοδεύει!

Ο παππούς συνοφρυώθηκε και φάνηκε σαν κάτι να σκέφτεται.

– Μπα! Τέτοια τιμή! Να μας στείλουν και εισαγγελέα, μονολόγησε. Και μετά σου λέει πως τίποτα δεν έχει αλλάξει!

– Εν ονόματι του νόμου, ξανακούστηκε πιο δυνατά η φωνή. Ανοίξτε την πόρτα γιατί θα την σπάσουμε!

– Να φύγετε! Να φύγετε, ξαναφώναξε ο παππούς! Ο Δημητρός πέθανε! Δεν ζει πια! Άλλωστε και να ζούσε τι μ’ αυτό! Εγώ υπέγραψα δήλωση! Τον αποκήρυξα! Αποκήρυξα το αδερφάκι μου γιατί δεν αντέχω το ξύλο! Να φύγετε! Κάποιο λάθος έγινε. Λάθος χαρτί έχετε. Σε λάθος σπίτι σας έστειλαν!

Μερικές στιγμές σιωπής επικράτησαν έξω από την πόρτα. Προσπαθούσα ν’ αφουγκραστώ αλλά δεν ακουγόταν ούτε αναπνοή! Οι χωροφυλάκοι τα χάσανε! Τι ασυναρτησίες ήταν αυτές που έλεγε ο παππούς, θ’ αναρωτήθηκαν! Ποιον Δημητρό, ποια δήλωση! Σε ποιον αιώνα, άραγε, να νομίζει ότι ζει ο παππούς!

– Ανοίξτε κύριε, ακούστηκε τώρα η φωνή πιο μαλακιά. Ανοίξτε δεν ήρθαμε ούτε για τον Δημητρό, ούτε για την δήλωση! Ζούμε στο 2013, όχι στο 1953!

– Α, ναι! Ο παππούς φάνηκε να εκνευρίζετε. Νομίζω ότι δεν τον είχα ξαναδεί σε τέτοια κατάσταση! Και τι βροντάτε μεσάνυχτα την πόρτα μου αφού δεν ζούμε στο 1953;! Γέρος άνθρωπος είμαι! Πάω για τα 85! Τι θέλετε από μένα;!

– Δεν ήρθαμε για εσάς κύριε, ξανακούστηκε η φωνή. Παρακαλούμε ανοίξτε την πόρτα, δεν θέλουμε να ασκήσουμε βία!

Στο άκουσμα της βίας ο παππούς τινάχτηκε! Μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν κρυμμένος πίσω από την πόρτα με το αυτί του σε εγρήγορση για ν’ ακούσει και τον παραμικρό θόρυβο, αλλά στο άκουσμα της βίας κόντεψε το κεφάλι του να χτυπήσει στο ταβάνι! Άρχισε να σπρώχνει ένα σύνθετο, που είχε η μητέρα μου, στον τοίχο δίπλα στην πόρτα!

-Έλα Μιχαλάκη, μου είπε χαμηλοφώνως, σχεδόν μέσα απ’ τα δόντια μιλώντας! Έλα βοήθα με λίγο ν’ αμπαρώσουμε την πόρτα! Σηκώθηκα και άρχισα να σπρώχνω το έπιπλο μαζί με τον παππού! Σιγά – σιγά! Σιγά – σιγά, μου επανέλαβε και στο πρόσωπό του διέκρινες την αγωνία και τον τρόμο μαζί. Σιγά – σιγά να μην μας ακούσουν τα θηρία!

-Δεν ήρθαμε για εσάς, επανέλαβε η φωνή του χωροφύλακα. Θα μας ανοίξετε επιτέλους;!

-Και για ποιον ήρθατε τότε;! Το εγγόνι μου είναι καλό παιδάκι! Δεν είναι ούτε δώδεκα! Μια φορά η μάνα του το πήγε σε μια εκδήλωση των «αμετανόητων»! Εγώ δεν ήθελα! Από τότε που σκοτώθηκαν οι γονείς του, ούτε που ξανάφησα τους «αμετανόητους» να ξαναχτυπήσουν την πόρτα μας! Σας υπόσχομαι ότι το παιδί το μεγαλώνω με πατριωτικές αρχές! Λάθος πόρτα σας λέω χτυπάτε! Ο παππούς σταματούσε το σπρώξιμο του επίπλου όταν μιλούσε για να παίρνει αναπνοές.

-Κύριε είστε καλά;! Τι είναι αυτά που λέτε;! Η φωνή του χωροφύλακα φάνηκε να κλονίζεται! Μάλλον είχε αρχίσει να πιστεύει πως ο παππούς ήταν τρελός ή μισότρελος και δεν είχε καμιά επαφή με την εποχή που ζούσε!

– Αυτό που ακούτε, είπε υψώνοντας τη φωνή του ο παππούς. Είμαι νομοταγής πολίτης, υπέγραψα και δήλωση αποκήρυξης του Δημητρού! Να φανταστείτε όταν σκοτώθηκαν ο γιος και η νύφη μου στα καζάνια του χάλυβα, θυμάστε τότε που τινάχτηκε το εργοστάσιο στον αέρα, εγώ δεν διεκδίκησα τίποτα από τ’ αφεντικό τους! Δεν πήγα στα δικαστήρια, μαζί με τους άλλους που ζητούσαν αποζημιώσεις για ελλιπή μέτρα ασφαλείας, για κακή συντήρηση των μηχανών, εγώ δεν πήγα στα δικαστήρια! Δεν ζήτησα φράγκο! Δεν μίλησα σαν τους άλλους για εργατικό ατύχημα! Δεν το αντέχω το ξύλο!! Η φωνή του παππού μαλάκωσε και από νευρική, άρχισε να κλονίζεται, άρχισε να τρέμει. Νομίζω ότι διέκρινα ένα δάκρυ να κατρακυλάει στο μάγουλό του. Να φύγετε, ξαναγρίεψε ο παππούς. Μεγαλώνω μόνος μου ένα παιδάκι, να φύγετε! Επιτέλους το σύνθετο έφτασε πίσω από την πόρτα. Θυμάμαι τα χέρια μου να τρέμουν και τον παππού ν’ αγκομαχάει, αλλά και οι δυο να χαμογελάμε περήφανοι για την ολοκλήρωση του οχυρώματος!

– Ανοίξτε την πόρτα κύριε, να συζητήσουμε θέλουμε μόνο! Η φωνή του χωροφύλακα φαινόταν ότι προσπαθούσε να βρει έναν δίαυλο επικοινωνίας με έναν γέρο που δεν μπορούσε να τον ψυχολογήσει. Με τι είχε να κάνει;! Με έναν τρελό;! Με έναν ιδιόρρυθμο;! Με έναν που τελικά παρίστανε τον ξεμωραμένο για να γλιτώσει την κατάσχεση του σπιτιού του;! Με τι περίπτωση άραγε είχαν να κάνουν αυτήν τη φορά! Ανοίξτε την πόρτα, επανέλαβε η φωνή του χωροφύλακα, να πούμε δυο κουβέντες!

Ο παππούς αυτήν τη φορά ξεκαρδίστηκε μεγαλοφώνως στα γέλια! Έξω από την πόρτα ξανάπεσε νεκρική σιγή! Το γέλιο του παππού δεν ήταν φυσιολογικό! Έμοιαζε με κραυγή που ερχόταν από τάφο ανθρώπου που ευχαριστιέται την ταφή του, ενώ αυτός είναι ακόμα ζωντανός και προκαλεί τους φονιάδες του!

-Μας κοροϊδεύεις παππού;! Θ’ ανοίξεις την πόρτα με το καλό;! Ο χωροφύλακας έδειχνε να χάνει την υπομονή του από τις παραξενιές του παππού.

Ο παππούς έπεσε σε περισυλλογή. Το γέλιο του μετατράπηκε σ’ ένα μελαγχολικό ειρωνικό χαμόγελο. Η πίκρα ήταν εμφανής στο πρόσωπό του, το οποίο πρόσωπο, σαν ανοιχτό βιβλίο σ’ άφηνε να διαβάσεις την ζωή του, όπως να έβλεπες ταινία! Σπασμοί γέμισαν τα γερασμένα μούτρα του παππού και ένα δάκρυ, αυτήν τη φορά, το διέκρινα με σιγουριά, ξανακύλησε στο μάγουλο του παππού!

-Ναι ρε, σας κοροϊδεύω! Η φωνή του παππού δεν ήταν άγρια, αλλά βαριά και απόκοσμη, λες και ερχόταν κατευθείαν από τους πεθαμένους. Σε κοροϊδεύω ρε κερατά, γιατί με κοροϊδεύεις και συ! Την προηγούμενη φορά, όταν  έγινε η εθνοσωτήριος το 67, που μου είπαν για μια κουβέντα, με κάνανε τουλούμι στο ξύλο και ας είχα αποκηρύξει το αδερφάκι μου! Ο παππούς ξαναγέλασε με την καρδιά του ακόμα πιο δυνατά.

– Γι’ αυτό γελάς λοιπόν;! Ακούστηκε η φωνή του χωροφύλακα μέσα από τα γέλια που κι εκείνος είχε ξεσπάσει.

-Γι’ αυτό, απάντησε ο παππούς, και για κάτι άλλο!

-Δεν μας λες και το άλλο, να μας ξανακάνεις να γελάσουμε, ακούστηκε έξω απ’ την πόρτα ο χωροφύλακας και η φωνή του ακόμα πνιγόταν στο γέλιο.

-Να γιατί δεν μπόρεσα να γελάσω τότε, είπε ο παππούς.

-Πότε τότε, ρώτησε όλο αγωνία ο χωροφύλακας, ο οποίος είχε παρασυρθεί στο διάλογο με τον παππού.

-Τότε όταν με δέρνανε και μου βγάζαν τα νύχια οι χωροφύλακοι και οι Εσατζίδες για να αποκηρύξω το αδερφάκι μου! Κι εγώ αντί να γελάσω στα μούτρα τους, έσπασα, έκλαψα, υπέγραψα! Ποτέ, μέχρι να τον ξεκάνουν, ο Δημητρός δεν με κατηγόρησε γι’ αυτό κι ήταν αυτό χειρότερο από βασανιστήριο. Από τότε δεν έκλαψα για να μην θυμάμαι την ατιμία μου!

Πέρασαν λίγες στιγμές αγωνιώδους σιωπής! Το γέλιο του χωροφύλακα κόπηκε απότομα! Νόμιζες ότι όλοι, οι μέσα και οι έξω, κρατούσαν τις αναπνοές τους. Οι κουβέντες του παππού έκοψαν φωνές, αναπνοές και γόνατα μαζί!

-Σπάστε την πόρτα, ακούστηκε η φωνή ενός θεριού. Σπάστε την πόρτα, δεν θα φάμε την νύχτα μας εδώ απ’ έξω!

– Μα κύριε εισαγγελέα, ακούστηκε μια τρίτη νεανική φωνή σχεδόν παρακλητικά!

-Άκουσες τι σε διέταξα, ξανακούστηκε η φωνή του εισαγγελέα. Άντε να τελειώνουμε!

Η πόρτα άρχισε να βροντάει από τα χτυπήματα.

-Κερατάδες, δοσίλογοι, ταγματασφαλίτες, γερμανοτσολιάδες άρχισε να φωνάζει ο παππούς έξαλλος. Το σύνθετο της μαμάς άρχισε να τρέμει, τα γυαλικά άρχισαν να πέφτουν στο πάτωμα και να γίνονται θρύψαλα κι εγώ άρχισα να κλαίω από τον φόβο μου! Θυμάμαι καμιά φορά όταν οι γονείς μου με πήγαιναν για ύπνο και γω σηκωνόμουν και κρυφάκουγα τις συζητήσεις τους. Έλεγαν τότε για κάτι τέτοια θεριά που βροντούσαν κι έσπαγαν τις πόρτες, που έδερναν, βίαζαν, σκότωναν! Μ’ άρεζαν εκείνα τα τρομακτικά παραμύθια παρ’ όλο που στον ύπνο μου έβλεπα εφιάλτες! Ήρθαν στο μυαλό μου εκείνες οι ιστορίες για σημεία και τέρατα και πλάνταξα στο κλάμα! Το σύνθετο σωριάστηκε στο πάτωμα! Το αγαπημένο σύνθετο της μανούλας μου έγινε κομμάτια μαζί με την πόρτα και τα θεριά χίμηξαν στο σπιτάκι μας. Έφερα ένα γύρο το βλέμμα μου στο σπίτι μας με το μικρό σαλόνι που είχε σε μια γωνιά την κουζίνα και τα δυο υπνοδωμάτια για να μην βλέπω τα θεριά να τραβολογάνε τον παππού μου και μέσα στα δάκρυα είδα στο σαλόνι μας να κάθονται ο πατέρας και η μητέρα μου! Τρόμαξα πιο πολύ μ’ αυτό παρά με τα θηρία! Σκούπισα τα μάτια μου για να δω καλά. Το σπίτι μας γέμισε χωροφυλάκους!

-Κατεβάστε τα χέρια σας από τον παππού! Η φωνή του νεαρού χωροφύλακα που ακούστηκε παρακλητικά προς τον εισαγγελέα έξω από την πόρτα, άγρια τώρα έβαλε τέλος στο «τραβολόγημα» του παππού που πάλευε σαν εικοσάχρονο παλικάρι! Η στολή του δεν ήταν σαν των υπολοίπων. Είχε ασημένια διακριτικά στους ώμους του.

-Περάστε του γρήγορα χειροπέδες για αντίσταση κατά της αρχής, εγώ διατάζω εδώ, είπε ο κύριος με το γκρίζο κοστούμι, τα στρογγυλά γυαλάκια και το λιγδιάρικο πρόσωπο.

-Κατεβάστε τα χέρια σας από τον παππού, γιατί θα σας τα κόψω, επανέλαβε ο νεαρός χωροφύλακας που η στολή του δεν έμοιαζε με των άλλων.

-Μα κύριε αστυνόμε, ο κύριος εισαγγελέας διέταξε… Προσπάθησε να μιλήσει ένας άλλος χωροφύλακας.

– Ακούσατε τι σας είπα, είπε ο νεαρός χωροφύλακας που από τα λεγόμενα του άλλου χωροφύλακα κατάλαβα ότι δεν ήταν χωροφύλακας, αλλά αστυνόμος και παρ’ όλο που ήταν ο μικρότερος σε ηλικία οι άλλοι υπάκουαν σ’ αυτόν. Τραβηχτείτε απ’ τον μπάρμπα να μην σας πάρει ο διάολος! Ο εισαγγελέας τον κοίταξε εξαγριωμένος και ετοιμάστηκε να του πει κάτι, αλλά διασταυρώθηκαν τα βλέμματα τους και ο κύριος με το γκρι κοστούμι κατάπιε την γλώσσα του! Μου ήρθε να γελάσω γιατί ήταν τόσο κόκκινος που εκείνη η σημαία του παππού του Δημητρού, που ο παππούς ο Μιχάλης έκρυβε στο μπαούλο του, φαινόταν ανοιχτόχρωμη μπροστά του!

-Παππού ηρέμησε! Ο νεαρός αστυνόμος αγκάλιασε φιλικά τον παππού. Ο παππούς άρχισε να κλαίει σαν παιδάκι.

-Δεν κάναμε τίποτα παιδάκι μου! Δεν πειράξαμε κανέναν! Τι θέλετε από εμάς! Ο Δημητρός έχει χρόνια που πέθανε, αλλά δεν θα τον ξαναπαρνηθώ παρόλο που έχω τον μικρό να μεγαλώσω! Δεν απαρνιέμαι ξανά το αδερφάκι μου, το μικρό μου αδερφάκι! Και έκλεγε με αναφιλητά ο παππούς.

-Δεν ήρθαμε για τον Δημητρό παππού! Η τράπεζα παππού! Δεν πληρώνατε τις δόσεις του σπιτιού παππού! Η τράπεζα παππού σας παίρνει το σπίτι! Ο νεαρός αστυνόμος με δυσκολία άρθρωνε.

Επικράτησε σιγή! Ο παππούς σταμάτησε να κλαίει και χάθηκε στις σκέψεις του. Τι να μπέρδευε άραγε ξανά μέσα στο μυαλό του;! Ποια επεισόδια της ζωής του να περνούσαν από μπροστά του;! Ποια ματωμένα κεφάλαια της ζήσης του χόρευαν στο κεφάλι του;!

-Η τράπεζα μας παίρνει το σπίτι;! Ο παππούς έκανε την ερώτηση μηχανικά όχι γιατί δεν πίστεψε τον νεαρό αστυνόμο, ούτε γιατί νόμιζε ότι δεν κατάλαβε, ούτε γιατί ήλπιζε ότι αυτήν τη φορά θα άκουγε κάτι άλλο. Τώρα πια νομίζω ότι την έκανε περισσότερο για να ακούει την φωνή του νεαρού αστυνόμου!

-Ναι παππού, η τράπεζα σας παίρνει το σπίτι, ξαναείπε ο νεαρός αστυνόμος.

-Ο νόμος όμως, άκουσα στην τηλεόραση, συνέχισε ο παππούς, απαγορεύει τις κατασχέσεις νύχτα, Κυριακές και Αύγουστο! Σήμερα είναι Κυριακή 11 Αυγούστου, δύο τα μεσάνυχτα!

– Άλλαξε ο νόμος παππού! Άλλαξε! Τώρα επιτρέπονται οι κατασχέσεις και νύχτα και Αύγουστο και Κυριακή!

– Όλα τα επιτρέπει τώρα ο νόμος;!

– Όλα παππού, όλα!

-Μα θυμάμαι, είπε πέφτοντας στον καναπέ ο παππούς, πως τότε που με δέρνανε και μου βγάζαν τα νύχια οι χωροφυλάκοι και οι ΕΣΑΤζίδες μου φώναζαν να υπογράψω την αποκήρυξη του Δημητρού γιατί αλλιώς θα ερχόταν ο φίλος του Δημητρού, ο Μόσκοβος και θα μας έπαιρνε τα σπίτια! Ο Μόσκοβος δεν υπάρχει πια! Στην τράπεζα έχουμε πληρώσει παραπάνω από τα μισά λεφτά! Πέσαμε σε δυσκολία! Με μια ψοροσύνταξη ζω τον εαυτό μου και το κούτσικο! Από τον θάνατο των γονιών του δεν είδαμε φράγκο αποζημίωση γιατί όπως σας είπα δεν ζήτησα! Βέβαια και αυτοί που πήγαν στα δικαστήρια δεν είδαν φράγκο, κατηγορήθηκαν κι από πάνω για συκοφαντική δυσφήμιση! Ο Μόσκοβος δεν υπάρχει για να μας πάρει το σπίτι, παιδί μου! Η φωνή του παππού έκανε κόμπους και έβγαινε με δυσκολία. Η σκέψη του ολόκληρη ήταν μια μπερδεψιά!

-Δεν σας παίρνει το σπίτι ο Μόσκοβος, ξαναμίλησε ο νεαρός αστυνόμος, η τράπεζα σας το παίρνει παππού! Υπάρχει δικαστική απόφαση!

-Και τώρα, ρώτησε απεγνωσμένα ο παππούς. Δεν έχω να πάω πουθενά το κούτσικο! Τι θ’ απογίνουμε;! Ο παππούς άρχισε να κλαίει και να τραβάει απεγνωσμένα τα μαλλιά του! Ο νεαρός αστυνόμος όρμησε και του έπιασε τα χέρια παρακαλώντας τον να σταματήσει μα ο παππούς από την απόγνωση δεν έβλεπε μπροστά του!

Ακούστηκε οχλαγωγία και ποδοβολητό στη σκάλα. Όσο οι φωνές πλησίαζαν τόσο το ποδοβολητό ακουγόταν πιο επιβλητικό. Οι χωροφύλακες παγώσανε, ο παππούς σταμάτησε το κλάμα και αφουγκραζόταν!

-Έρχονται οι «αμετανόητοι», έσπασε την σιωπή ο παππούς.

-Ειδοποιήστε ενισχύσεις, κραύγασε ο εισαγγελέας.

-Να μην κουνηθεί κανένας, διέταξε ο νεαρός αστυνόμος.

Εκείνη την στιγμή στην πόρτα φάνηκε ο Γιώργης, ένας θηριώδης οικοδόμος που έμοιαζε με αρκούδα! Ο παππούς για χρόνια του είχε κόψει την καλημέρα, γιατί έλεγε ότι ο Γιώργης παράσερνε τον πατέρα μου και δεν καθόταν φρόνιμα! Όλο σε πορείες και απεργίες έτρεχαν και «φούσκωναν» τα μυαλά τους με παραμύθια, πως δηλαδή θα έρθει καιρός που δεν θα εκμεταλλεύεται ο άνθρωπος τον άνθρωπο και πως δεν θα έχουμε το βάσανο της δουλειάς και της μόρφωσης και της στέγης και της υγείας και πως για όλα αυτά θα φροντίζει το Λαϊκό Κράτος, θα φροντίζει ο Μόσκοβος. Κι εγώ, μικρό παιδάκι τότε, δεν καταλάβαινα πως αυτός ο Μόσκοβος απ’ τη μια θα μας πάρει το σπίτι κι απ’ την άλλη θα φροντίζει για όλα αυτά! Ο Γιώργης, έλεγαν στη γειτονιά, συμπλήρωσε τρία χρόνια χωρίς μεροκάματο και είχε κι αυτός απλήρωτο το δάνειο του σπιτιού του και είχε και την γυναίκα του άρρωστη, αλλά δεν μπορούσε να την πάει στο νοσοκομείο γιατί δεν είχε, λέει, βιβλιάριο υγείας, γιατί είχε χρόνια να δουλέψει, αλλά ο Γιώργης περπατούσε πάντα χαμογελαστός και με το κεφάλι ψηλά σφυρίζοντας πάντα ένα ρυθμό, απ’ αυτούς που ο παππούς φοβόταν ν’ ακούει, μα που μια φορά που νόμιζε πως ήταν μόνος του στο σπίτι, γιατί εγώ είχα γυρίσει απ΄ το σχολείο νωρίτερα, γιατί αρρώστησε ο δάσκαλος, σιγοσφύριζε και τραγουδούσε βογκώντας στο τέλος, «αχ Δημητρό μου, αδερφάκι μου»!

-Τι συμβαίνει εδώ μπαρπα Μιχάλη, ρώτησε με ψυχραιμία και αποφασιστική φωνή ο Γιώργης.

-Γιώργη, πετάχτηκε σαν ελατήριο ο παππούς, θέλουν να μας πετάξουν έξω από το σπίτι, όπως πέταξαν το αδερφάκι μου από το παράθυρο στη Μπουμπουλίνας! Γιώργη θέλουν να μας πάρουν το σπίτι, να μας πάρουν την ψυχή!

-Ηρέμησε μπαρμπα Μιχάλη, τον σταμάτησε αποφασιστικά ο Γιώργης. Τίποτα δεν θα γίνει! Στράφηκε προς τον νεαρό αστυνόμο, ο οποίος στεκόταν ψύχραιμος στο κέντρο του δωματίου! Μαζέψτε τα και φύγετε! Τώρα! Δεν πρόκειται ν’ αφήσουμε να γίνει η κατάσχεση! Γνωριζόμαστε με τον πατέρα σου από παιδιά! Φάγαμε μαζί του ψωμί κι αλάτι! Σ’ αγαπάω σαν δικό μου παιδί! Δεν θέλω…. Ξέρεις… Άλλωστε είσαι άνθρωπος… Το ξέρω… Μαζέψτε τα τώρα και φύγετε! Και δεν θα σας χρεώσουμε τις ζημιές, είπε γελώντας με τις τελευταίες του λέξεις ο Γιώργης.

Ο αστυνόμος κοντοστάθηκε ρίχνοντας μια αποφασιστική ματιά στον εισαγγελέα και μια κοφτή στον Γιώργη!

-Ξέρεις Γιώργη! Είναι διαταγή! Είναι μαζί και ο εισαγγελέας, μίλησε τελικά ο αστυνόμος!

-Πάρτε τον κι αυτόν μαζί είπε συνεχίζοντας το γέλιο ο Γιώργης! Δεν θα θέλαμε να μας τον αφήσετε αμανάτι!

Ανοιγόκλεισα τα μάτια που είχαν ξαναγεμίσει με δάκρυα και είδα τον πατέρα και την μητέρα μου ν’ αλλάζουν θέση! Στάθηκαν δεξιά κι αριστερά δίπλα στον Γιώργη χαμογελώντας, κι εγώ στα μάτια αυτού του αρκουδιάρη που σου κοβόταν τα γόνατα άμα τον έβλεπες δεν έβλεπα μόνο τον πατέρα μου και την μητέρα μου, αλλά όλους τους «αμετανόητους», όλους τους «κολασμένους» της γης!

Συλλάβετέ τους όλους, ούρλιαξε ο εισαγγελέας ενώ το σπίτι και τα σκαλιά γέμισαν «αμετανόητους»! Βγήκα στο μπαλκόνι! Ο δρόμος ήταν γεμάτος κόσμο που ήρθε να υπερασπιστεί το σπιτάκι μας! Πίσω μου βγήκε ο παππούς!

-Πόσος κόσμος μαζεύτηκε παππού για το σπίτι μας, είπα με έκπληξη και χαρά συνάμα.

-Ναι… Ήρθε κι ο Δημητρός, απάντησε κλαίγοντας!

-Που είναι ο παππούς ο Δημητρός, παππού;!

-Να εκεί, είπε σηκώνοντας το δάχτυλο! Δεν βλέπεις;!

Σήκωσα το κεφάλι μου και είδα το πιο αστραφτερό αστέρι να μας κοιτάει!

-Φεύγουμε, διέταξε αποφασιστικά ο νεαρός αστυνόμος.

-Εν ονόματι του νόμου συλλάβετέ τους, επανέλαβε εκτός εαυτού ο εισαγγελέας.

-Φεύγουμε, ξαναείπε ο αστυνόμος και έκανε να προχωρήσει!

Τότε ο εισαγγελέας όρμησε απάνω του, τον άρπαξε από τον γιακά και άρχισε, βρίζοντάς τον, να τον απειλεί ότι θα τον κλείσει φυλακή γιατί δεν εφαρμόζει το νόμο. Όταν ο αστυνόμος κρατώντας την ψυχραιμία του απαλλάχτηκε από τα χέρια του εισαγγελέα και προσπάθησε να μαζέψει την αστυνομική δύναμη για να φύγει ο εισαγγελέας όλο λύσσα του φώναξε:

-Βρωμιάρη! Ή μήπως νομίζεις δεν ξέρω από πού κρατάει η σκούφια σου! Η τύχη του αλήτη του παππού σου, σου αξίζει!

Ένα χαστούκι άστραψε στα μούτρα του ανθρωπάκου με το γκρίζο κοστούμι, τα γυαλιά του έγιναν θρύψαλα και τα αίματα του βρώμισαν όσους ήταν γύρω.

-Αυτό για τον παππού μου, είπε ο νεαρός αστυνόμος, που κάποιος ρουφιάνος σαν κι εσένα, εν ονόματι του νόμου, που θέλει τον πλούσιο πλουσιότερο και τον φτωχό φτωχότερο, τον δίκασε με συνοπτικές διαδικασίες και τον έστησε στον τοίχο! Να με στείλεις στη «Νήσο των Αζορών» ή καλύτερα να με στήσεις στην «μάντρα»! Μεγάλη τιμή θα μου κάνεις!

Μείναμε όλοι άφωνοι. Μέχρι και στο πρόσωπο του Γιώργη του αρκουδιάρη διέκρινες την έκπληξη. Ο αστυνόμος μάζεψε τους χωροφυλάκους κι άρχισαν να κατεβαίνουν την σκάλα! Οι «αμετανόητοι» έκαναν στην άκρη για να περάσει ο Νεαρός Αστυνόμος που έκανε αυτό που επέβαλε το δίκιο! Οι «αμετανόητοι» έκαναν στην άκρη να περάσει ο Νεαρός Αστυνόμος που τίμησε με την στάση του την υπόσταση του ανθρώπου και την ιδιότητα του αξιωματικού, έχοντας απόλυτη γνώση των συνεπειών της πράξης του! Ο εισαγγελέας μέσα στον πανικό προσπάθησε να βγάλει το κινητό του για να πάρει τηλέφωνο, αλλά ήταν τόσος ο τρόμος του που το κινητό του έφυγε απ’ τα χέρια! Έσκυψε το μάζεψε, του ξανάπεσε, το ξαναμάζεψε κι έτρεξε να προλάβει τους χωροφυλάκους, παλεύοντας να περάσει ανάμεσα από του λαϊκούς για να μην μείνει άλλο μόνος του, ανάμεσα τους!

………….

Εκείνο το βράδυ τα θηρία πήγαν και σε άλλα σπίτια! Και σ’ όλα τα σπίτια, ω του θαύματος, βρεθήκαν Γιώργηδες «αμετανόητοι», που πολλοί όψιμοι «αγωνιστές» τους έλεγαν «κολλημένους», «γραφικούς» και «πνευματικά καθυστερημένους»! Οι Γιώργηδες ήταν όμως εκεί! Ήταν αντιμέτωποι μ’ αυτούς που ήθελαν να πάρουν τα σπίτια του κόσμου! Και αλλού οι διοικητές των αποσπασμάτων αποδείχθηκαν άνθρωποι και αλλού θηρία και ανάλογα με την περίσταση οι Γιώργηδες τους έδωσαν και κατάλαβαν! Αλλά αυτό είναι αντικείμενο μιας άλλης ιστορίας!

…………….

Τις επόμενες μέρες ο αγωνιζόμενος λαός ξεχύθηκε στους δρόμους κι έφαγε η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι! Αλλά κι αυτό θα σας το διηγηθώ σε άλλη ιστορία!

…………….

Κάθομαι τώρα καμιά φορά, εργάτης του πνεύματος του λαϊκού κράτους και θυμάμαι εκείνα τα μαύρα τα χρόνια, τα εξιστορώ στον εαυτό μου και κλαίω! Κι αν καμιά φορά πέσει η γραφή μου στα χέρια σας έτσι να την κρίνετε! Έγραψα για μένα, για να τιμήσω στη συνείδησή μου τους δικούς μου, τον παππού τον Μιχάλη, τον παππού τον Δημητρό, τον Γιώργη, αλλά κι όλους εκείνους, που άλλους έτυχε να γνωρίσω κι άλλους όχι, όλους εκείνους που με τη ζωή ή τον θάνατό τους άλλαξαν τον κόσμο.

Σ.Ι.Μ.

You must be logged in to post a comment Login