Socialize

Socialize

Socials

Reunion 165x265

Στη θύμηση της νίκης των λαών…

t34-2

«Ο αδελφός μου σκοτώθηκε στις πρώτες μάχες με τον κατακτητή κατά την εισβολή. Είχα μόνο έναν αδελφό. Εγώ ήμουν ανήλικος. Η μάνα έπαψε να χαμογελά. Μόνη της παρηγοριά ότι εγώ ήμουν ανήλικος και αποκλειόταν να σκοτωθώ στο μέτωπο. Γύρω μας θρήνος. Καθημερινά η γειτονιά, η συνοικία, η μικρή μας πόλη μίκραινε, όσο η ενημέρωση για τους νεκρούς μας στο μέτωπο αυξανόταν. Αλλά εγώ ήμουν ασφαλής, ήμουν μικρός, δεν μπορούσα να πάω να πολεμήσω. Ο κατακτητής προέλαυνε προς την πρωτεύουσά μας! Ο εχθρός έφτασε τριάντα χιλιόμετρα από αυτήν. Εκεί του δώσαμε το πρώτο αποφασιστικό χτύπημα. Τον απωθήσαμε 250 χιλιόμετρα μακριά.

Στις μάχες της πρωτεύουσας σκοτώθηκε ο πατέρας. Έμεινα μόνος μου με τη μάνα. Η μάνα έτρεμε μήπως πάθω τίποτα, αλλά τουλάχιστον ήταν σίγουρο ότι δεν θα πάω στο μέτωπο αφού ήμουν μόλις 16 χρονών.

Ο πόλεμος ήταν μακριά από την μικρή μου πόλη, γιατί η πόλη μου ήταν ανατολικά, εκεί που είχε μεταφερθεί η βιομηχανία, αλλά τα νέα για τους νεκρούς μας τον έφερναν μέσα στο σπίτι μας. Εγώ ευτυχώς ήμουν ανήλικος και δεν μπορούσα να πάω στον πόλεμο, γιατί αν αυτό συνέβαινε η μάνα θα πέθαινε.

Μα αν δεν πέθαινε η μάνα, αν δεν πέθαινα εγώ, θα πέθαινε η πατρίδα. Έφυγα κρυφά από το σπίτι και πήγα στο στρατολογικό γραφείο της πόλης μου, αλλά με έδιωξαν. Έμεινα από έξω να κλαίω. Περνούσαν αξιωματικοί, νόμιζαν ότι έχασα κάποιον δικό μου και άλλοτε με ρωτούσαν και άλλοτε με προσπερνούσαν χωρίς κουβέντα γιατί ο θάνατος είχε κάνει μόνιμη την παρουσία του. Όταν απαντούσα γιατί έκλαιγα με έδιωχναν οργισμένοι, προφανώς γιατί με είχαν λυπηθεί επειδή νόμισαν ότι έψαχνα κάποιον αγνοούμενο. Κάποτε πέρασε κάποιος που η στολή του δεν ήταν σαν των αλλών. Είχε πολλά αστέρια. Ύστερα έμαθα ότι ήταν ο διοικητής του στρατολογικού γραφείου. Με ρώτησε γιατί έκλαιγα. Αποφάσισα να του πω όλη την ιστορία. Του είπα πως θέλω εκδίκηση για τον αδελφό και τον πατέρα μου.

Μ’ έστειλε στην σχολή των αξιωματικών και μετά από έξι μήνες ήμουν ανθυπίλαρχος των τεθωρακισμένων. Πήρα μέρος σ’ όλες τις μεγάλες μάχες. Ήμουν και στο Κουρσκ. Είδα να μπαίνουμε  νικηφόρα στις πρωτεύουσες της Ευρώπης στη μια μετά την άλλη. Δεν έστειλα γράμμα στη μάνα. Φοβόμουν.

Με πρότειναν για βραβείο ανδρείας, αλλά δεν δέχτηκα. Πρότεινα να δοθεί στον διοικητή μου γιατί στην μάχη του Κουρσκ το άρμα μου χάλασε. Έμεινα μαζί με το πλήρωμά μου έρμαιο στα χέρια του εχθρού. Ο διοικητής μου, πέρα από κάθε λογική γύρισε και μας πήρε! Η διοίκηση δέχτηκε την πρότασή μου. Όταν νικητές στη Βαρσοβία μπαίναμε ο διοικητής στέκονταν πάνω στο άρμα. Χτυπήθηκε από σφαίρα πανηγυρισμών. Δική μας σφαίρα!

Φτάσαμε έξω από την καρδιά του θηρίου, αλλά η τύχη μου επιφύλαξε άσχημο παιχνίδι. Η μονάδα μου ήταν μεταξύ των υπολοίπων που μετακινήθηκαν για να δώσουν το τελικό χτύπημα στη Μαντζουρία. Έτσι δεν ήμουν από αυτούς που έφτασαν στην καρδιά του θηρίου!

Ο δρόμος για την Μαντζουρία περνούσε κοντά από την μικρή μου πόλη. Η μετακίνηση 1.600.000 ανδρών γινόταν με άκρα μυστικότητα. Το γενικό πρόσταγμα το είχε ο Βασιλιέφσκι, ο στρατάρχης που τσάκισε το θηρίο σ’ όλες τις μεγάλες μάχες. Όλοι οι αξιωματικοί ακόμα και ο Βασιλιέφσκι είχαν ψεύτικες ταυτότητες για να διασφαλιστεί η μυστικότητα της επιχείρησης. Ήμουν ήδη ίλαρχος.

Μία από τις διανυκτερεύσεις σ’ αυτήν τη μεγάλη μετακίνηση έμελλε να γίνει κοντά στην πόλη μου. Ζήτησα από τον διοικητή να πάω να δω τη μάνα. Μου είπε να πάρω μαζί μου κάποιον αξιωματικό. Φτάσαμε με το τρένο στο σταθμό της πόλης μου. Ήταν απόγευμα. Στο δρόμο είδα τη μάνα. Πέρασε από μπροστά μας, μας κοίταξε και συνέχισε το δρόμο της. Δεν με γνώρισε. Φαινόταν γριά. Ήταν σαν να πέρασαν τριάντα χρόνια από πάνω της μέσα σε τρία χρόνια. Παραδίπλα στεκόταν γειτόνισσές μας. Πέρασε. Χαιρετήθηκαν. Περπατήσαμε και σταθήκαμε δίπλα στις γειτόνισσες. Ούτε κι αυτές με γνώρισαν. Συνέχισαν τη συζήτησή τους. Ενημέρωναν κάποια από την ομήγυρη που δεν γνώριζε τη μάνα. Της έλεγαν ότι είχε χάσει τον άντρα της και τα δυο της παιδιά στον πόλεμο. Δεν της είχα στείλει ποτέ γράμμα.

Πήγαμε στο σπίτι. Χτυπήσαμε. Η μάνα άνοιξε, μας έβαλε να φάμε. Ήταν μία ακόμη συμβολή του άμαχου πληθυσμού στον αγώνα. Δεν είχε να κάνει με το φαΐ. Είχε να κάνει με την συμμετοχή με κάθε τρόπο στη μάχη εναντίον του θηρίου. Σούπα τρώγαμε. Η μάνα που και που σήκωνε το κεφάλι και μας κοιτούσε. Το πρόσωπό της σκοτεινό, ο κόσμος χαμένος γι’ αυτήν. Την κοίταξα στα μάτια. Δεν με γνώρισε. Δάκρυσε, έσκυψε το κεφάλι. Προσπαθούσα να κρατηθώ. Φοβόμουν τη στιγμή που θα μιλούσα, μα δεν μπορούσα να την βασανίζω άλλο. Μάνα, είπα, τόσο πολύ άλλαξα και δεν με γνωρίζεις»…

Σ’ αυτό το σημείο ο παππούς που διηγείται, στρατάρχης του στρατού που τσάκισε το θηρίο, ξεσπάει και το τι βλέπεις στο ρεπορτάζ δεν περιγράφεται! Ένα ρεπορτάζ που πολλά χρόνια πριν έπαιξε η ΕΡΤ, ανήμερα αυτής της μέρας. Της 9ης του Μάη. Ένα ρεπορτάζ που έθαψαν, μαζί με πολλά άλλα, αυτοί που έχουν ματώσει τους λαούς τα τελευταία χρόνια σε περίοδο, υποτίθεται, ειρήνης. Παρ’ όλα αυτά δεν θα ξεχάσω ποτέ τον στρατάρχη του ντοκιμαντέρ, ο οποίος σήμερα μάλλον είναι νεκρός. Όπως δεν θα ξεχάσει η ανθρωπότητα ποτέ, όσες προσπάθειες κι αν κάνουν, όσο ψέμα κι αν ρίξουν, ποιος τσάκισε το θηρίο. Κι ας την βαφτίσανε αυτήν την ημέρα, ημέρα της Ευρώπης! Η σημαία σύμβολο, της παγκόσμιας εργατικής τάξης, καρφωμένη στο Ράιχστανγκ θα στοιχειώνει την σκέψη των απανταχού κολασμένων, μέχρι την ώρα της Ανάστασης.

Κάποτε, πολλά χρόνια πριν, σ’ έναν γάμο, την ώρα του γλεντιού, αργά το βράδυ, ένας παππούς άρχισε να κλαίει. Ο εγγονός του αδελφού του, του σκοτωμένου, τον κοίταξε κι εκείνος μονολόγησε: «Τα καλύτερα παιδιά μας λείπουν σήμερα. Μας τα πήρανε νωρίς». Τον αδελφό του, τον γαμπρό του, συγγενείς, φίλους που δώσανε το αίμα τους στον αγώνα. Και ήταν και ο αδελφός του ο Πέτρος, αυτός που αντίκρισε το Γερμανικό εκτελεστικό απόσπασμα, κομμουνιστής, όπως ήταν και ο γαμπρός του, όπως ήταν και ο στρατάρχης του Κόκκινου Στρατού που η μάνα του δεν τον γνώρισε, όπως και εκατομμύρια άλλοι που περπάτησαν στη μάχη και στο απόσπασμα τραγουδώντας.

Κι όταν τραγουδάμε, τραγουδάμε γι’ αυτούς και για τις μέρες που μέλλεται να έρθουν, τις χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτές τις μέρες που ονειρεύτηκαν ότι δημιουργούν με το θάνατό τους για τις νεότερες γενιές. Αυτές τις μέρες, που η σκέψη τους και μόνο, τους βοήθησε να δουν τον ήλιο για τελευταία φορά ν’ ανατέλλει, χωρίς φόβο. Αυτές τις μέρες που οι ίδιοι δεν μπόρεσαν να ζήσουν. Και θα τις φέρουμε αυτές τις ημέρες σε πείσμα όλων όσων βεβηλώνουν την θυσία τους, αφιερώνοντας φεστιβάλ νομιμοποίησης της κάνναβης στην μνήμη τους και τολμώντας να συγχέουν τον ηρωισμό και την αυτοθυσία με τη μαστούρα! Αυτούς τους ανεκδιήγητους γελωτοποιούς που τολμούν να αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί!

Η 9η Μάη, στη συνείδηση των λαών, ποτέ δεν θα ταυτιστεί με τη σημαία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε με τα σύμβολα της Ινδικής κάνναβης! Η 9η Μάη ήταν και θα είναι ταυτισμένη με το σφυροδρέπανο καρφωμένο σαν σπαθί στην καρδιά του θηρίου. Η 9η Μάη θα ματώνει  τις πολυεθνικές που εξέθρεψαν το θηρίο και το πολιτικό τους προσωπικό, όποια μάσκα μασκαρά κι αν φορέσουν για να δειχθούν ή για να κρυφτούν. Κι είναι οι ίδιες πολυεθνικές που ξανά ματώνουν τους λαούς του κόσμου και θα είναι ξανά το σφυροδρέπανο που τη δράση τους θα τελειώσει…

Σ.Ι.Μ.

You must be logged in to post a comment Login