Socialize

Socialize

Socials

Reunion 165x265

Οι κινηματογραφικές ταινίες της εβδομάδας

04-10-2014

Πάμπολλες πια οι ταινίες κάθε βδομάδα για μια τόσο περιορισμένη αγορά… Καλές, κακές τσουβαλιάζονται στο «εφήμερο» για να βγουν νικήτριες, όχι αποκλειστικά οικονομικά, οι παραγωγές 2 – 3 πανίσχυρων ομίλων. Κάπως εκτενέστερα θα αναφερθούμε στο αντικειμενικά «μεγαλύτερο» μέγεθος, την πιο χολιγουντιανή, που εδώ και καιρό προωθείται πανταχόθεν και στο άλλο άκρο, την πιο «μικρή» … Ακολουθεί η λίστα με τις «ενδιάμεσες» πρεμιέρες…

«ΧΕΝΙΑ» (2014) ο τίτλος της μελό οικογενειακής κωμωδίας του Πάνου Κούτρα – εκλεκτικές οι συγγένειες με Αλμοδόβαρ – που πρωτοπροβλήθηκε στις Κάννες «Ενα κάποιο βλέμμα». Πρωταγωνιστούν δυο αδέλφια που, μετά το θάνατο της Αλβανής μητέρας τους, ξεκινούν ένα ταξίδι ανά την ελλαδική επικράτεια, αναζητώντας τον Ελληνα πατέρα – που ποτέ δεν γνώρισαν – για να πάρουν αναγνώριση και ελληνική υπηκοότητα. Ο μικρός, ο γκέι Ντάνι (κάνει χρήση των κλισέ χωρίς όμως να εγκλωβίζεται σε αυτά) με την οξυζεναρισμένη κώμη τα πίρσινγκ και την υπερβολική ζωντάνια συνιστά τον κινητήρα της ιστορίας, το μοχλό που ωθεί το μεγαλύτερο αδελφό Οδυσσέα στο περιπετειώδες, γεμάτο εκπλήξεις ταξίδι τους προς τη Θεσσαλονίκη… Δεν πρόκειται για υψηλό σινεμά δημιουργού, αλλά για απλή, συμβατικά έντιμη ταινία στο πνεύμα και τη γλώσσα της, για ένα μεσογειακό μελόδραμα με «ολίγη» κλασική ελληνική τραγωδία και τη θεότητα Πάτι Πράβο στο πόντιουμ. Παρότι δε «λειτουργούν» τα πάντα, η ταινία βλέπεται ευχάριστα.

«Ρίο σ’ αγαπώ» (2014) ο τίτλος της 1ης σπονδυλωτής ταινίας της εβδομάδας – είδος που γεννήθηκε στην Ιταλία τη δεκαετία του ’60 και μοιάζει να επανακάμπτει δριμύ. Εννέα επεισόδια περιλαμβάνει η ταινία του franchise «Πόλεις που αγαπώ», στις οποίες, εταιρείες παραγωγής πρωτίστως, διακηρύσσουν τον έρωτά τους. Μετά το «Παρίσι σ’ αγαπώ» και το «Νέα Υόρκη σ’ αγαπώ», προσγειωνόμαστε στο αισθαντικό Ρίο, σε απόσταση καυτής αναπνοής από τον απόηχο του ποδοσφαιρικού μουντιάλ και όλη την περί αυτού φιλολογία. Βαρετά κοινότοπη και αδιάφορη δουλειά και από τους 9 σκηνοθέτες. Χειρότερη, αυτή του Ιταλού Πάολο Σορεντίνο (επεισόδιο: «Grumari») και καλύτερη του Βραζιλιάνου Κάρλος Σαλντάνια («Pas de Deux»). Οσο για τα υπόλοιπα επεισόδια, θλιβερά, άλλο λιγότερο, άλλο περισσότερο. Δικαιούνται ωστόσο μνείας οι Cesar Charlone και Vicente Amorim για τις, μεταξύ των επεισοδίων συνδέσεις, απ’ όπου αναδεικνύεται το μεγαλειώδες παράστημα της πόλης της σάμπας. Παραθέτουμε τα στοιχεία των υπολοίπων επεισοδίων. Ο Μεξικανός Guillermo Arriaga σκηνοθέτησε το επεισόδιο «Texas». Ο Αυστραλός Stephan Elliott το «Eu te amo», ο Νοτιοκορεάτης Sang-soo Im το «Vidigal», η Λιβανέζα Nadine Labaki το «Milagre», ο Βραζιλιάνος Fernando Meirelles το «A Musa», ο επίσης Βραζιλιάνος Andrucha Waddington το «Dona Fulana») και ο Αμερικανός John Turturro το επεισόδιο «Quando nao ha Mais Amor», με τη Βανέσα Παραντί, ίσως η φανταστική συνέχεια της ιστορίας τους από την ταινία του Τουρτούρο «Ερασιτέχνης ζιγκολό».

«Ιστορίες για αγρίους» (2014) τιτλοφορείται η σπουδαία, σπονδυλωτή, μαύρη κωμωδία από την Αργεντινή – 2η σπονδυλωτή ταινία της βδομάδας και 3η δουλειά του Νταμιάν Σίφρον – που προβλήθηκε στις Κάννες χωρίς να τύχει διάκρισης και άνοιξε το 20ό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας – Νύχτες Πρεμιέρας. Εξι σκετς διαφορετικού καστ και διάρκειας, διαφορετικό σύμπαν καθένα, καταστάσεις και χαρακτήρες που σιγά – σιγά τους κερδίζει η απελπισία ή η τρέλα. Το άθροισμα των 6 επεισοδίων συνθέτει ένα ελκυστικό και απρόβλεπτο φιλμ που παίζει με τους κώδικες του θρίλερ, του δράματος και της κωμωδίας, που, αναποδογυρίζοντάς τους, εκπλήσσει τον θεατή, με το γευστικό σαδισμό που “γλείφει” την ευφυή θεματική που έχει να κάνει με κοινωνικές αδικίες, με προσωπικές σχέσεις και άλλα.

«Γροθιές στους τοίχους» (2013) του Ντέιβιντ ΜακΚένζι. Βρετανική ταινία, με σουσπάνς θρίλερ. Ωμή, βίαιη και κλειστοφοβική απόδοση της ζωής στη φυλακή καίτοι προς το τέλος ολισθαίνει προς το μελόδραμα. Το σημαντικότερο που προτείνει η ταινία εστιάζει στον ηθοποιό / πρωταγωνιστή Τζακ Ο’Κόνελ (πρωταγωνιστής και στο «’71» ταινία που βραβεύτηκε προχτές στις Νύχτες Πρεμιέρας) στο ρόλο του 19χρονου ανήλικου, εγκληματία χειρίστου είδους, Ερικ Λοβ, που από το σωφρονιστήριο ανηλίκων μεταφέρεται σε κανονικές φυλακές νοτιοδυτικά του Λονδίνου, όπου οι εκρήξεις βίας αιωρούνται στην ατμόσφαιρα. Ο Τζακ Ο’Κόνελ λάμπει με την απόλυτη παρουσία του και το απόλυτα απρόβλεπτο, θεμελιώδες στοιχείο της ερμηνευτικής του στρατηγικής. Σκληροτράχηλος, ύπουλα μακιαβελικός με αστραπιαίες αναλαμπές «αγοριού» που λαμπυρίζουν από τις ρωγμές της τραχιάς επιφάνειας. Ο Λοβ είναι πάντα αλλά ποτέ «υπό».

«Καλώς ήρθες στη Ν.Υ.» (2014). Η αμερικάνικη παραγωγή του Αμπελ Φεράρα τοποθετεί τον πληθωρικό Ζεράρ Ντεπαρντιέ στο ρόλο του πλαδαρού, γερασμένου και πανίσχυρου οικονομικού παράγοντα Ζορζ Ντεβερό ο οποίος, έρμαιο των αχαλίνωτων ερωτικών του ορέξεων, καλπάζει ολοταχώς προς παταγώδη πτώση. Η ταινία παραπέμποντας στο γαργαλιστικό σκάνδαλο του επικεφαλής του ΔΝΤ, Ντομινίκ Στρος – Καν και καδράροντας τον Ντεβερό ως ζώο προς σφαγή, ανίκανο ή μάλλον αδιάφορο στο να διαχωρίσει την ερωτική πράξη από το βιασμό, δεν κάνει άλλο παρά να ρίχνει τροφή στα σκανδαλοθηρικά ένστικτα του κοινού με αντάλλαγμα φυσικά τα γεμάτα ταμεία.

«Ο μικρός Νικόλας πάει διακοπές» (2014). Γαλλική οικογενειακή κωμωδία με σενάριο λάιτ που ακολουθεί τον μικρό Νικολά στις καλοκαιρινές διακοπές γεμάτες νέους φίλους και περιπέτειες αλλά δεν εμφυσά ζωή σε καταστάσεις και χαρακτήρες. Δεύτερη σκηνοθετική δουλειά του Λοράν Τιράρ πάνω στη γνωστή λογοτεχνική σειρά των Σαμπέ και Κοσινί, που δεν προδίδει το πνεύμα των διαχρονικών ιστοριών των συγγραφέων. Τρυφερά νοσταλγική μέσα από έντονα χρωματιστές μνήμες από τα τέλη ’50, αρχές ’60 και ρετρό σχήματα κι ακούσματα. Επιδερμικά αναπαραστατικός ο χώρος ίδιος καρτ ποστάλ φιλοξενεί – χωρίς εκπλήξεις – τα χιουμοριστικά πεπραγμένα της καλοκαιρινής παρέας αλλά και πληθώρα γκαγκς…

Κριτική: Τζία Γιοβάνη

“Ήσυχες μέρες’ του Άαρον Φερναντες Λεσούρ

«Νεκρές ώρες» ο πρωτότυπος τίτλος της γραμμικής ίντριγκας, κολάζ σειράς στιγμών η μικρή, απλή αισθησιακή ταινία που αναπνέει και μιλά για την ανία χωρίς να την προκαλεί. Γιατί η υγρασία στην ατμόσφαιρα και το γλυκό μούδιασμα δε γίνονται ποτέ συνώνυμα της πλήξης. Η μελαγχολία της ζωής στο τουρκουάζ ξενοδοχείο για παράνομα ζευγάρια, κοντά στη Βέρα Κρουζ, δίπλα στον αυτοκινητόδρομο και την έρημη παραλία, με την οπτική ενός εφήβου. Μαγικός ρεαλισμός μέσα από τα μαγευτικά χρώματα του φακού που κινείται νωχελικά, χωρίς δράση και σουσπάνς, κάτω από το βροχερό και γκρίζο ουρανό του τροπικού τοπίου.

Θέμα κοινό στο σινεμά η ερωτική αφύπνιση ενός εφήβου από μια μεγαλύτερη γυναίκα. Τίποτα δε συμβαίνει στο μικρό, εσωτερικό φιλμ του Φερνάντεζ – Λεσούρ που, παρά το αδύναμο σενάριο και χωρίς να είναι «ποιητικό», αποπνέει επίμονη γοητεία. Μακριά από κλισέ, ξεδιπλώνει μια γλυκιά εισαγωγή στην ενηλικίωση, μια μεταμόρφωση για τον Σεμπάστιαν που «κρατά» την επιχείρηση «στο πόδι» του θείου του. Ευαισθησία, φρεσκάδα και αισθησιασμός, που όμως δεν ξεφεύγουν από το αυστηρό, μελαγχολικό και απομονωμένο πλαίσιο του ξεφλουδισμένου, τουρκουάζ μοτέλ με τους κοκοφοίνικες.

Με τους: Κρίστιαν Φερέρ, Αντριάνα Παζ κ.ά.

Παραγωγή: ΜΕΞΙΚΟ, ΙΣΠΑΝΙΑ, ΓΑΛΛΙΑ (2013)

“Το κορίτσι που εξαφανίστηκε” του Ντέιβιντ Φίντσερ

Παγωμένο θρίλερ, ανατομία μιας αρρωστημένης κοινωνίας, προϊόν των αξιών που υποβάλλει κι επιβάλλει η τηλεόραση και μιας άρρωστης ανθρώπινης συμπεριφοράς. Υπνωτιστικός ο ρυθμός του μοντάζ, κόβει τον ιστό της ιστορίας και τους χαρακτήρες σαν μαχαίρι. Θέμα οικείο στο σκηνοθέτη, με προϋποθέσεις παλιές όσο το σινεμά. Μια απαγωγή σε επαρχιακή πόλη οδηγεί στην αστυνομική έρευνα και το άγρυπνο μάτι των μίντια που δικάζουν και καταδικάζουν… Η αφηγηματική στρατηγική ρουφά το θεατή, τον τραβά μαλακά όλο και πιο βαθιά, σε μια σύνθεση τρόμου, το πεδίο του Φίντσερ, με καθαρό στιλ και voice over σε αντιδιαστολή με μειλίχια κοντινά πλάνα, σήμα κατατεθέν, στίγμα, ο τόνος του σκηνοθέτη.

Η ταινία δεν είναι ούτε η καλύτερη, ούτε η χειρότερη του σκηνοθέτη του «Seven» (1995). Μεταφορά του ομώνυμου μπεστ σέλερ της Τζίλιαν Φλιν – έγραψε και το σενάριο της ταινίας. Περισσότερο από το ποιος έκανε τι, συνιστά ένα ταξίδι στις πιο ζοφερές πτυχές των χαρακτήρων. Ανήμερα, την επέτειο πέντε χρόνων γάμου, η όμορφη, πλούσια και δημοφιλής σύζυγος εξαφανίζεται χωρίς ίχνη. Η διαδικασία που ακολουθεί σχεδόν μπανάλ, εμπλέκεται η αστυνομία κι αρχίζει το γαϊτανάκι με τα ΜΜΕ και τα φλάσμπακ που ο σκηνοθέτης συναρμολογεί με σίγουρο τρόπο, τα γρήγορα βλέμματα της πρώτης συνάντησης του Νικ και της Εϊμι, τα ραντεβού, καταστάσεις χιλιοϊδωμένες, σαν σαπουνόπερα σε νεοπλουτίστικο περιβάλλον… Η ταινία μετατοπίζεται γρήγορα από καθημερινό μελόδραμα σε ψυχολογικά μονοπάτια κι από κει σε ψυχωτικό, εφιαλτικό θρίλερ με τη σπουδή των χαρακτήρων, όχι τόσο του Νικ, αλλά της Εϊμι, που από το δεύτερο μισό της ταινίας καταλαμβάνει όλο και περισσότερο χώρο. Ο σκηνοθέτης καθοδηγεί στιβαρά τη ρότα, χώνεται όλο και περισσότερο στο σκοτάδι χωρίς να αγγίζει τα τάρταρα της πιο μαύρης τρύπας, αλλά ούτε στις πιο λαμπερές κορυφές.

Με τους: Μπεν Αφλεκ, Ρόζαμουντ Πάικ κ.ά.

Παραγωγή: ΗΠΑ (2014)

You must be logged in to post a comment Login